Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Δε μου μυρίζει τίποτα

Μυρίζει βροχή ,χώμα …μπορείς να μυρίσεις την ρώτησε… Όχι του απάντησε και ξαναβυθίστηκε στο βιβλίο της . Δεν είχε πια περιθώρια να του χαρίσει οτιδήποτε ,δεν είχε το παραμικρό ,ούτε κάτι ελάχιστο .Την πονούσε αυτό αλλά αυθόρμητα οι λέξεις τίποτα ,όχι ,σφράγιζαν τον κάθε διάλογο μαζί του.

Έστριψε ένα τσιγάρο αυτός και έκατσε μπροστά στα κάγκελα του παραθύρου τους .156 όροφος ,ένα κελί 4Χ4 , αν κοιτούσε προς τα κάτω σε αυτό το τσιμεντένιο κουτί με τα τετραγωνα παράθυρα θα έβλεπε πολύχρωμα χέρια από τα διαφορετικά ρούχα να έχουν απλώθει με τις παλάμες τους να πιάσουν τις σταγόνες. Γέλασε με την ιδέα ότι αν έφτυνε προς τα κάτω κάποιος θα δεχόταν το σάλιο του σαν θείο δώρο της φύσης ,σα να έπιανε μια χόντρη στάλα.. Γύρισε το κεφάλι του να της το πει ,μα δίστασε.. κι αυτός δεν είχε περιθώρια για άλλη αδιαφορία…Είχαν κλείσει δέκα χρόνια εκεί μέσα ,δέκα χρόνια χωρίς να ξέρουν το γιατί .Απλά έλαβαν ένα e-mail .

"Σας ενημερώνουμε ότι άμεσα η επιτροπή αυτοκυριαρχίας ,θα σας μεταφέρει στο κτίριο Ε στις εγκαταστάσεις του ιδρύματος συμμορφώσεων ,καθώς έκρινε ότι οι τελευταίες σας ενέργειες αντιβαίνουν στους κανόνες ηθικής και εμπιστοσύνης του συστήματος εκλογικευμένη δημοκρατία σύμφωνα με το νόμο … κτλ κτλ"

Γύρισε κοντά της έκατσε στο κρεβάτι της και της χάιδεψε τα μαλλιά ,της ψιθύρισε στο αυτί πως την αγαπά πολύ και ένα δάκρυ κύλησε από τα ρυτιδιασμένα του πράσινα μάτια ,και έβρεξε όπως οι στάλες της βροχής τα άσπρα της μαλλιά

Άρχιζε τότε αυτή να του διαβάζει δυνατά το κεφάλαιο από το βιβλίο της με εκείνον να καπνίζει και να κοιτά το παράθυρο .Ήταν τόσο ήσυχα ,που και οι διπλανοί άκουγαν και οι απέναντι του διαδρόμου ίσως να έπιαναν κάτι και του 155 ορόφου αμυδρά .. Ήταν τόσο ήσυχα ,τόσο ζεστά που ένιωσαν ότι ήταν η σιγή λίγο πριν την μάχη , ότι φόρτωναν δυνάμεις αδιόρατες που χτύπαγαν σε τοίχους χρόνια και η ενέργεια τους θα ξεχυνόταν…Έτρεμαν με την δυναμική των συναισθημάτων τους …

Έκλεισαν τα μάτια τους και ονειρεύτηκαν ,αυτόν με καπέλο Ναπολέοντα και ένα χρυσό ματοκυάλι ,και αυτήν με στολή δύτη με μια μεγάλη γυάλα για μάσκα και ένα πολύχρωμο καλώδιο να της δίνει οξυγόνο ..Και από την βροχή να ξεπηδάνε τεράστιοι κισσοί και φασολιές που με κορμούς γιρλάντες να τυλίγουν όλο το κτίριο σχηματίζοντας τεράστιες τσουλήθρες , με τα φύλλα τους να σχηματίζουν μπαλκόνια στα παράθυρα όλων των ορόφων… Ονειρεύτηκαν ότι απλά άνοιγαν τα κάγκελα σαν χορδές κιθάρας και ο ένας βοηθούσε τον άλλο να περάσει και μόλις τις άφηναν να παίζουν μελωδίες πάλλοντας 3 νότες.. Και όλα μαζί να κάνουν ολόκληρες ορχήστρες .. μουσικής …μελωδίες που συνόδευαν την τσουλήθρα τους ,ένα ρολερ κοστερ που δεν είχε σταματημό , με τον ήλιο να δύει και ένα πορτοκαλί γλυκό χρώμα ζαχαροπλαστικής στον ουρανό . Ιαχές χαράς και απελευθερωτικές κραυγές ξεχύνονταν κάθε φορά που συναντιόντουσαν με άλλους σε κάθε στροφή , σε κάθε διασταύρωση αυτού του παράξενου παιχνιδιού…

Τίποτα δε σταματά τον κόσμο των ονείρων της ψιθύρισε ,τίποτα του απάντησε και ήταν το πρώτο τίποτα που σήμαινε τα πάντα.



2 σχόλια:

ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ είπε...

Πράγμαι υπέροχο, αισιόδοξο μέσα στον απροσδιόριστο σκοτεινό χρόνο.

karagiozaki είπε...

κάπου εκεί μέσα στη νύχτα, σαν να αρχίζει να χαράζει...